Εισήγηση της ΑΔΥΕ στην πολιτική εκδήλωση με τίτλο

«Πέρα από το κρατικό αφήγημα: συνθήκη covid, υγεία – ελευθερία»

Έχει πολλάκις υποστηριχτεί από διάφορους ότι ο πραγματικός πόλεμος που διεξήχθη τα τελευταία 2,5 χρόνια δεν ήταν μεταξύ της ανθρωπότητας και ενός αόρατου εχθρού, εν προκειμένω του κορωνοϊού, αλλά μεταξύ των κυβερνόντων και των υπηκόων τους. Μπορεί κάλλιστα να ειπωθεί ότι ήταν ένας παγκόσμιος πόλεμος με όλα τα χαρακτηριστικά των σύγχρονων πολέμων. Ήταν πρώτα και κύρια θεαματικός, προϊόν προς κατανάλωση, αποτελώντας το κυρίως πιάτο του καθημερινού μιντιακού δείπνου στις 8 για το φιλοθέαμον κοινό. Πριν λάβει χώρα στον πραγματικό κόσμο, είχε ήδη προσομοιωθεί ψηφιακά, ακριβώς όπως ο Πόλεμος του Κόλπου είχε ήδη γίνει στον υπολογιστή του Πενταγώνου και στη συνέχεια εξελίχθηκε στην εντέλεια σαν το σενάριο μιας ταινίας που έπαιξε στις οθόνες μας. Η φαντασία προηγείται της πραγματικότητας ή μάλλον καλύτερα το εικονικό/ψηφιακό προηγείται του πραγματικού, ασχέτως τελικά αν η πραγματικότητα τελικά μας διαφεύγει, το εικονικό θα προσπαθήσει να ορίσει το πραγματικό. Επίσης ήταν σε μεγάλο βαθμό, αν όχι εξ ολοκλήρου, προπαγανδιστικός, πρώτο θύμα του υπήρξε σαφώς η αλήθεια, και ψυχολογικός, αφού έκανε χρήση όλων των μοντέρνων μεθόδων ψυχολογικής πίεσης στις μάζες. Εξ υπακούεται ότι όπως σε κάθε πόλεμο έτσι και σ΄αυτόν υπήρξαν πραγματικοί νεκροί και μάλιστα ουκ ολίγοι.

Τι να πρωτοθυμηθούμε απ΄ όλα όσα συνέβησαν αυτά τα 2,5 χρόνια; Τα διπλά αντιφατικά μηνύματα που σκοπό είχαν ίσως απλά την πρόκληση σύγχυσης στο πολίτες, την ταύτιση της νόσησης από κορωνοϊό με σίγουρη θανατική καταδίκη, την ενοχοποίηση των μικρών παιδιών για τη νόσηση των παππούδων τους, την κατατρομοκράτηση των πολιτών μέσω της καθημερινής ανακοίνωσης κρουσμάτων και θανάτων, την καταμέτρηση θανόντων με COVID και όχι από COVID, τα πλάνα μαζικών σκαμμένων λάκκων που ανέμεναν τους επόμενους νεκρούς, τα ερμητικά σφαλισμένα με ζελατίνα φέρετρα που κουβαλούσαν οι κορωνονεκροθάφτες με τις ειδικές στολές, τα γυαλιά, τις μάσκες και τα γάντια όπως όριζε το πρωτόκολλο ταφής νεκρών με τον ιό……Έμπολα, την αποστολή sms και την απαγόρευση κυκλοφορίας μετά από κάποια ώρα για παιδαγωγικούς και συμβολικούς λόγους, την απαίτηση από τους πολίτες να σώσουν το ΕΣΥ και όχι το ΕΣΥ τους πολίτες, το χαρακτηρισμό κυριολεκτικά σχεδόν κάθε βδομάδας ως της πλέον κρίσιμης για την πορεία της πανδημίας, το χαρακτηρισμό οποιουδήποτε στεκόταν κριτικός στο κυρίαρχο αφήγημα και τη κεντρική διαχείριση της κατάστασης ως αρνητή της επιστήμης στην καλύτερη ψεκασμένο στο χειρότερη, την ονοματοδοσία «Ελευθερία» στην εθνική επιχείρηση εμβολιασμού, τη μόνιμη μετάθεση της ευθύνης στις πλάτες των πολιτών για την οποιαδήποτε αποτυχία των μέτρων,  την εξαγορά με τα γελοία 150 ευρώ που προσέφερε η κυβέρνηση σε νέους 18-24 ετών για να εμβολιαστούν μπας και φύγουν ελεύθεροι για διακοπές με εξασφαλισμένα τα ποτά τους, το τιμωρητικό πρόστιμο των 100 ευρώ στους πολίτες άνω των 60 ετών, που δε δέχτηκαν να σώσουν τους εαυτούς τους και το ΕΣΥ με το προσφερόμενο δήθεν δωρεάν εμβόλιο (να δούμε ποιοι θα πληρώσουν στο τέλος τον λογαριασμό), την αναστολή εργασίας των υγειονομικών που δε δέχτηκαν να προστατεύσουν τους συμπολίτες τους με πειραματικά, κυριολεκτικά, εμβόλια (ακόμα δεν έχουν ολοκληρωθεί οι μελέτες) που εκ των πραγμάτων δεν εμποδίζουν τη μετάδοση του ιού;

Οι ήττες που υπέστησαν οι πολίτες σ’ αυτό τον πόλεμο ήταν συντριπτικές και το χειρότερο απ΄ όλα, πράγμα που επιδείνωσε την ήδη δεινή θέση τους, ήταν ότι στράφηκαν λίγο ή πολύ ο ένας ενάντια στον άλλο, πέφτοντας πανεύκολα στην παγίδα της τεχνητής πόλωσης. Για μία ακόμα φορά επιβεβαιώθηκε ιστορικά η επιτυχία της τακτικής «διαίρει και βασίλευε». Βέβαια πρέπει να σημειώσουμε ότι δέκα χρόνια μνημονίων είχαν προετοιμάσει επαρκώς τους πολίτες με την κάμψη της οποιασδήποτε ουσιαστικής αντίστασης και την υιοθέτηση της λογικής της μη εναλλακτικής λύσης (ΤΙΝΑ). Το δόγμα του σοκ επέδρασε καταλυτικά και στις δύο περιστάσεις.

Ένα γεγονός που δε πρέπει να μας διαφύγει, καθότι συνέβαλε καίρια στη φίμωση κάθε κριτικής φωνής, ήταν η αξιοποίηση από τους κυβερνώντες του μύθου της επιστήμης. Ο μύθος της επιστήμης παρουσιάζει, εν ολίγοις, την επιστήμη ως έναν εξωκοινωνικό, καθαγιασμένο, ομοιογενές και συνεκτικό θεσμό, υπεράνω κάθε κριτικής και ηθικής, που σκοπό έχει τη βελτίωση της ανθρώπινης κατάστασης και την επίτευξη της παγκόσμιας ευημερίας. Μιλάμε για μύθο, ακριβώς γιατί η αντίληψη αυτή περί επιστήμης απέχει παρασάγγας από την πραγματικότητα.  Παρουσιάζοντας κατ’ αυτόν τον τρόπο την επιστήμη, αυτό που επιτυγχάνεται είναι να  δικαιολογείται εκ των προτέρων κάθε επιστημονικό επίτευγμα, κάθε επιστημονική δυνατότητα μόνο και μόνο επειδή προέκυψαν από την αγαθή επιστήμη και να προδιαγράφεται κάθε συζήτηση περί μέσων και σκοπών της επιστήμης.

Τα πράματα όμως δεν είναι καθόλου έτσι. Μας το έχει δείξει από το 1962 ο Τόμας Κουν με το σπουδαίο έργο του «Η Δομή των επιστημονικών επαναστάσεων», το μανιφέστο του Νέου, τότε, Επιστημολογικού Ρεύματος που κατέρριψε τα θεμέλια του Λογικού Θετικισμού που κυριαρχούσε μέχρι τότε. Αυτό στο οποίο συμφωνούσε ο Τόμας Κουν με τους υπολοίπους εκπροσώπους του Νέου Επιστημολογικού Ρεύματος ήταν ότι οι επιστημονικές θεωρίες, όπως κάθε άλλο ανθρώπινο κατασκεύασμα, είναι ιστορικές οντότητες με γέννηση, ακμή και τέλος, και με συμμετοχή όχι μόνο στην αλήθεια αλλά και στο λάθος. Επίσης η εξέλιξη της επιστήμης δεν είναι μία ομαλή, γραμμική, συσσωρευτική διαδικασία, αλλά ένα πολύ πιο σύνθετο φαινόμενο, με περιόδους συνέχειας και ασυνέχειας, με ριζικές αναθεωρήσεις και βαθιά ρήγματα. Για να το εξηγήσει αυτό ο Κουν εισήγαγε την έννοια του «παραδείγματος». Παραδείγματα είναι «οι παγκοσμίως αναγνωρισμένες για ορισμένο χρονικό διάστημα επιστημονικές ανακαλύψεις, οι οποίες παρέχουν στους ερευνητές τον τύπο των προβλημάτων και τις λύσεις τους». Πρόκειται για συγκεκριμένες θεωρήσεις του κόσμου, εντός των οποίων εργάζονται οι επιστήμονες. Όταν όμως τα σφάλματα και τα ανεξήγητα φαινόμενα πληθαίνουν και νέα προβλήματα, που δε μπορούν να λυθούν στο πλαίσιο των παλιών παραδειγμάτων, έρχονται στο προσκήνιο τότε ενδέχεται να οδηγηθούμε σε αλλαγή παραδείγματος. Τέτοια αλλαγή παραδείγματος π.χ ήταν η μετάβαση από τη νευτώνια στην κβαντική φυσική.

Δεν πρέπει ωστόσο να ξεχνάμε τα λάθη στα οποία έχει περιπέσει η επιστήμη όχι λόγω ανεπάρκειας παραδείγματος αλλά λόγω από τη μια της ηθικής διαφθοράς επιστημόνων και από την άλλη της τεχνοεπιστημονικής καταναγκαστικότητας. Θεμελιώδης αρχή του νεωτερικού πολιτισμού είναι ως γνωστό η μανία με το νέο, το πάθος για την καινοτομία, εξ ου και η ονομασία νεωτερικότητα. Η σύγχρονη επιστήμη έχει διαποτιστεί σε τέτοιο βαθμό από τη μανία αυτή ώστε μπορούμε να μιλάμε πραγματικά για τεχνοεπιστημονική καταναγκαστικότητα. Κάθε καινοτομία, κάθε προϊόν επιστημονικής ανακάλυψης πρέπει να υιοθετηθεί και να χρησιμοποιηθεί σχεδόν ανεξέταστα και πειθήνια από την κοινωνία όχι μόνο γιατί ενδέχεται να διευκολύνει την καθημερινή ζωή (πόσο ακόμα άραγε;) ή μπορεί να αποφέρει κέρδη σε αυτόν που θα  εκμεταλλευτεί οικονομικά το προϊόν αλλά γιατί πολύ απλά είναι κάτι καινούργιο. Για την τεχνοεπιστήμη το σύνθημα του Μάη του 1968 «Απαγορεύεται το απαγορεύεται» ισχύει απόλυτα. Βέβαια κάποιος θα αναφέρει ότι για να ελεγχθεί ο «τρελός αγώνας δρόμου» της τεχνοεπιστήμης, τα δυτικά κράτη δημιούργησαν επιτροπές  βιοηθικής και τεχνοηθικής. Παρ’ όλα αυτά, ο πραγματικός ρόλος αυτών των επιτροπών φαίνεται να είναι άλλος, να συμβιβάζουν ηθική και τεχνοεπιστήμη, ακόμα και όταν δύσκολα συμβιβάζονται, και να εξοικειώνουν την κοινή γνώμη αργά ή γρήγορα με την αποδοχή κάθε καινοτομίας με την όλο και μεγαλύτερη σταδιακή χαλάρωση των αρχικά αυστηρών προϋποθέσεων.

Όσον αφορά την ηθική διαφθορά επιστημόνων δυστυχώς τα παραδείγματα είναι πολλά. Είναι αλήθεια ότι μία πλειάδα Γερμανών επιστημόνων τη δεκαετία του 1930 παρέμειναν και πρόσφεραν τις υπηρεσίες τους με ενθουσιασμό στο ναζιστικό καθεστώς. Αρκετοί ήταν μάλιστα κάτοχοι βραβείου Νόμπελ, όπως για παράδειγμα ο βιοχημικός Richard Kuhn, ο οποίος ανακάλυψε το δηλητηριώδες αέριο, Soman ή οι χημικοί Friedrich Bergius και Carl Bosch, οι οποίοι συνεργάστηκαν με την IG Farben, τη μεγαλύτερη γερμανική εταιρεία χημικών που παρείχε πλήθος χημικών προϊόντων στους Ναζί, από συνθετικά καύσιμα μέχρι εντομοκτόνα σαν το Zyclon B, το οποίο στην πορεία χρησιμοποιήθηκε για τη μαζική εξόντωση των κρατουμένων στα στρατόπεδα συγκέντρωσης. Επίσης, τις πρώτες δεκαετίες του 20ου αιώνα κυριάρχησε σε αρκετές χώρες, με πρώτες και καλύτερες τις ΗΠΑ και στη συνέχεια τη Γερμανία, η επιστήμη της ευγονικής, η οποία υποστήριζε την ύπαρξη ελαττωματικών γονιδίων σε διάφορες εθνικές και φυλετικές ομάδες, την απαγόρευση μετανάστευσης από περιοχές με πληθυσμούς με κατώτερης ποιότητας γονίδια και την υποχρεωτική στείρωση ατόμων, δήθεν γενετικώς ελαττωματικών. Περισσότερες από 35 πολιτείες στις ΗΠΑ ψήφισαν και εφάρμοσαν σχετικούς νόμους μέχρι τη δεκαετία του 1960, στειρώνοντας περισσότερους από 60.000 ανθρώπους. Στη ναζιστική Γερμανία αντίστοιχα με παρόμοιους νόμους στείρωσαν περισσότερους από 400.000 ανθρώπους.

Τα ακόλουθα λόγια του φυσικού Freeman Dyson, με τα οποία σχολιάζει την πρώτη πυρηνική έκρηξη στην ιστορία, δείχνουν ξεκάθαρα την ηθική κατάπτωση ενός επιστήμονα: «Το αισθάνθηκα ο ίδιος. Η αίγλη των πυρηνικών όπλων. Είναι ακατανίκητη για έναν επιστήμονα. Να αισθάνεσαι ότι την πιάνεις με τα χέρια σου. Ότι αποδεσμεύεις αυτήν την ενέργεια, που μπορεί να κινήσει τ’ αστέρια. Ότι την έχεις υπό τις διαταγές σου. Ότι μπορείς να κάνεις αυτά τα θαύματα. Ότι μπορείς να ανυψώσεις ένα εκατομμύριο τόνους πέτρας στον ουρανό. Είναι κάτι που δίνει στον κόσμο την αυταπάτη μιας απεριόριστης δύναμης – και από κάποιες πλευρές είναι – υπεύθυνη για όλα μας τα δεινά – αυτό που θα μπορούσατε να το αποκαλέσετε τεχνική αλαζονεία που υπερνικά τους ανθρώπους όταν βλέπουν τι μπορούν να κάνουν με το μυαλό τους».

Όλα αυτά δε τα αναφέρουμε απλά για να αποκαθηλώσουμε την τεχνοεπιστήμη από κει που την έχει τοποθετήσει η εποχή μας προσκυνώντας την σαν ιερό τοτέμ, αλλά για να αντλήσουμε ένα μάθημα: ότι ούτε οι επιστήμονες ούτε η τεχνοεπιστήμη ως θεσμός αποτελούν αυτόματη εγγύηση εναντίον της βαρβαρότητας και του σκοταδισμού. Ίσα ίσα μπορούν κάλλιστα να συμβάλουν στην άνοδο της βαρβαρότητας. Αν μπορεί κάτι να μας προστατεύσει από θεσμούς που τείνουν άμεσα ή έμμεσα να αυτονομηθούν και να μας καταδυναστεύσουν, είναι μόνο η πολιτική, ως «διαυγής και αναστοχαστική δραστηριότητα, η οποία προβληματίζεται πάνω στους θεσμούς της κοινωνίας και η οποία ενδεχομένως ορίζει ως στόχο το μετασχηματισμό τους».

Advertisement

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s